Εκκλησιαστική Κληρονομιά

Πρόκειται για μικρό εικονοστάσι – προσκύνημα, ένα από τα πολλά που υπήρχαν κατά τον 16ο αιώνα στις εισόδους, σταυροδρόμια, κομβικά περάσματα και διάφορα άλλα σημεία γύρω από την Κατοχή τα οποία οι κάτοικοι ονόμαζαν «εικονισματάκια» ή εκ παραφθοράς «κονισματάκια».

Τα ιδιαίτερα αυτά πετρόκτιστα συνήθως κτίσματα έφεραν το όνομα κάποιου Αγίου, φιλοξενούσαν εικόνες, καντηλάκια και σπανιότερα τάματα και χρησίμευαν κυρίως στην προστασία των σημείων αυτών και της κοινότητας από φαντάσματα, παγανά, νεράιδες και δαιμονικά της υπαίθρου. Μερικά από αυτά λόγω της διαχρονικής φροντίδας των πιστών επιβιώνουν μέχρι τις μέρες μας.

Υπήρχαν δεκάδες τέτοια κτίσματα στη περιφέρεια της Κατοχής, στους λόφους και τον κάμπο. Λέγεται επίσης ότι πολλά από αυτά ήταν κτισμένα σε σημεία που βρίσκονταν αρχαίοι χώροι λατρείας ή υπήρχε η φήμη ότι είχε εμφανιστεί κάποιο υπερκόσμιο ον που ενόχλησε κάποιον περαστικό ή πρότερα είχε στοιχειώσει το μέρος. Θεωρούνταν ότι όποιος βρίσκονταν από το σημείο και έσω προς την κοινότητα ήταν ασφαλής από τα κακόβουλα αυτά όντα που έκαναν την εμφάνιση τους το βράδυ. Ενώ όποιος βρίσκονταν απ’ έξω κινδύνευε.

Ένα από τα πιο γνωστά και γραφικά κτίσματα του είδους του είναι το εικονισματάκι στον «Καραβγείκο Πόρο» και άλλοτε αποτελούσε σημείο συγκέντρωσης των γυναικών οι οποίες έπαιρναν νερό από τον ποταμό ή έπλεναν τα ρούχα τους. Το προσκύνημα πιθανολογείται ότι ήταν αφιερωμένο στον «Άη Χαράλαμπο» και συνιστά το πιο καλοδιατηρημένο «εικόνισμα» στην περιοχή με ιστορία περισσότερη από 200 έτη.

Σημαντικό είναι να αναφερθεί ότι περί τα τέλη του 18ου αιώνα στη θέση αυτή στάθηκε ο Πατροκοσμάς ο Αιτωλός θέλοντας να διδάξει το λόγο του θεού στους κατοίκους της Κατοχής. Ωστόσο οι κάτοικοι δεν βγήκαν να τον υποδεχτούν και αντιλαμβανόμενος την απουσία τους και τους πιθανούς κινδύνους της παρουσίας του ειδοποίησε τους συνοδούς του να φύγουν από τον τόπο γρήγορα.

Σύμφωνα με την παράδοση λέγεται πως ο Πατροκοσμάς φοβήθηκε τρεις Προεστούς αφού φαίνεται να είπε: «Δεν πάω στην Κατοχή καθώς εκεί είναι τα τρία τελώνια: Βάλβης, Γουλιμής και Σοφός» που εκείνη την εποχή φαίνεται να έλεγχαν στενά κάθε δραστηριότητα στην περιοχή.

Στην πραγματικότητα ωστόσο η συμπεριφορά των Κατοχιανών απέναντι στον Εθνάπόστολο Άγιο οφείλεται σε δυο παράγοντες αφενός στη παρουσία Εβραίων στην περιοχή οι οποίοι τον εχθρεύονταν περισσότερο ακόμη και από τους Τούρκους και σίγουρα διέθεταν σημαντική επιρροή καθώς η Κατοχή ήταν πολυσύχναστο εμπορικό και διοικητικό κέντρο της Ακαρνανίας. Αφετέρου η στάση των κατοίκων οφείλεται και στην ύπαρξη εξαγριωμένων Τούρκων που εξαιτίας των Ορλωφικών ήταν ιδιαίτερα εκδικητικοί προς τους ντόπιους.

Ειδικότερα, τα Ορλωφικά είχαν ιδιαίτερο αντίκτυπο στην Ακαρνανία μετά τη μάχη που έδωσαν οι Ξηρομερίτες Γριβαίοι και ο Αγγελοκαστρίτης Γεώργιος Γουλιμής ή Λαχούρης έναντι των Τούρκων και των Τουρκαλβανών την άνοιξη του 1770.

Τότε οι Οθωμανοί θέλοντας να τιμωρήσουν τους Ακαρνάνες που ξεσηκώθηκαν για μια ακόμη φορά επιδόθηκαν σε εκδικητικές επιδρομές και ερημώσεις οικισμών, διωγμούς κατοίκων καθώς και προυχόντων. Συνεπώς οι κάτοικοι φοβούμενοι νέα αντίποινα και εξαιτίας της παρουσίας της Οθωμανικής Διοίκησης και φρουράς εκείνη την περίοδο στην Κατοχή δεν δέχτηκαν να ακούσουν το πύρινο λόγο του "επαναστάτη" Εθναποστόλου Κοσμά και παρέμειναν κλεισμένοι σπίτια τους.

Ο Άγιος Κοσμάς αντιλαμβανόμενος τη δύσκολη θέση των κατοίκων και θέλοντας να μην τους εκθέσει στους κινδύνους που έθετε η Οθωμανική παρουσία στην περιοχή συνέχισε το ταξίδι του στην Ακαρνανία όπου αφού συνάντησε παρόμοια στάση και στο Λεσίνι (Κατούνα) έφτασε στη Ποδολοβίτσα (σημερινή Πεντάλοφο) όπου λέγεται πως είδε τους κατοίκους πάνω σε ένα από τα ξακουστά τους γλέντια και με ευθυμία και χαρά τον καλοδέχτηκαν. Αυτό σύμφωνα με την παράδοση τον χαροποίησε και τους ευχήθηκε έτσι με γλέντια να περνάει η ζωή τους.