Ιερός Ενοριακός Ναός «Αγίου Δημητρίου»

Ο Ιερός Ναός του Αγίου Δημητρίου
Στον βραχοστύλωτο κεντρικό λόφο της ιστορικής ακαρνανικής κωμόπολης της Κατοxής δεσπόζει ο επιβλητικός Ιερός Ναός του Αγίου Δημητρίου.
Πρόκειται για ένα από τα χαρακτηριστικότερα κτίρια των Οινιαδών, σε περίοπτη θέση που το καθιστά ορατό από χιλιόμετρα μακριά, και συνιστά τη μεγαλύτερη από τις εκκλησίες της κωμόπολης της Κατοxής και έδρα της ενορίας της.
Ο Ναός στέκει αγέρωχος δίπλα από τον Πύργο της Κατοxής, τη λεγόμενη Κούλια της Κυρά Βασιλικής ή Πύργο της Θεοδώρας, και τα απομεινάρια του άλλοτε οχυρού αρχοντικού του Γουλιμή.
Ο πρώτος ναός ήταν βυζαντινό κτίσμα, το οποίο επιβίωσε μέχρι και την περίοδο της Τουρκοκρατίας, χωρίς ωστόσο να είναι γνωστή η ακριβής ημερομηνία ιδρύσεώς του, και πυρπολήθηκε από τους Οθωμανούς κατά τη διάρκεια του εθνικού ξεσηκωμού.
Όπως φαίνεται σε ενεπίγραφη πλάκα που χρονολογείται περί το 1849, ο ναός ανοικοδομήθηκε ομοιόσχημα με τον παλιό, σε ρυθμό σταυροειδούς βασιλικής, αλλά με μεγαλύτερες διαστάσεις κατά την περίοδο της Βασιλείας του Όθωνα Α’. Η πλήρης αποπεράτωση των εργασιών που διαμόρφωσαν τη σημερινή όψη του ναού ολοκληρώθηκε 100 χρόνια μετά, δηλαδή περί το 1945–1950.
Στο βόρειο τμήμα του Ναού, λίγο πιο χαμηλά από τον Πύργο, ορθώνεται το ψηλό γραφικό καμπαναριό με το χαρακτηριστικό λευκό χρώμα του, τα όμορφα παράθυρα και τη θέα που εκτείνεται από τον κάμπο των Οινιαδών έως τις εκβολές, τον Πατραϊκό και το Ιόνιο. Αποτελεί σήμα κατατεθέν της Κατοxής και πολυφωτογραφημένο αξιοθέατο που κτίστηκε το 1928. Οι μελωδικοί κτύποι του κωδωνοστασίου, που ανά μισή ώρα σημαίνουν την ώρα, την έναρξη εκκλησιαστικών λειτουργιών, εορτών κ.ά., έχουν γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας των κατοίκων.
Την παραμονή της εορτής του Αγίου Δημητρίου, την 25η Οκτωβρίου κάθε έτους, η ενορία πραγματοποιεί λιτανεία προς τιμήν του πολιούχου Αγίου με περιφορά της εικόνας, συνοδεία της φιλαρμονικής του Δήμου, των φορέων, των μαθητών και των κατοίκων της κωμόπολης. Η επόμενη ημέρα, 26 Οκτωβρίου, θεωρείται αργία και οι κάτοικοι συνέρχονται να τιμήσουν τον Άγιο, που θεωρείται θαυματουργός και αποτελεί κεντρική φιγούρα σε πλήθος ιστοριών των παλαιότερων, οι οποίοι αναφέρουν την επέμβασή του σε ζητήματα υγείας, προστασίας ή προμηνύματα γεγονότων, κάτι που μαρτυρείται και από τον πολύ μεγάλο αριθμό αφιερωμάτων και ταμάτων εμπρός από την εικόνα του, αλλά και από τις συχνές επικλήσεις των κατοίκων στο όνομά του.
Η Κατοχή
Η Κατοχή είναι πεδινή κωμόπολη του Νομού Αιτωλοακαρνανίας, κτισμένη στην ακαρνανική όχθη του Αχελώου.
Σύμφωνα με την απογραφή του 2011 έχει πληθυσμό 2.829 κατοίκων, ενώ εκτιμάται ότι 1.000 επιπλέον κάτοικοι ζουν εκεί, έχοντας όμως απογραφεί στον γειτονικό Δήμο Ξηρομέρου ή στην Ευρυτανία. Το κυριότερο μέρος της σημερινής κωμόπολης είναι χτισμένο πάνω σε μικρό λόφο, του οποίου οι πρόποδες αγγίζουν τη δεξιά όχθη του Αχελώου. Στο σημείο αυτό το ποτάμι στενεύει περισσότερο και σχηματίζει κάποιο φυσικό πόρο που διευκολύνει τη διάβασή του. Η Κατοχή, γεωγραφικά και ιστορικά, ανήκε πάντοτε στο Ξηρόμερο, στην περιφέρεια του οποίου υπήρξε διαχρονικά σπουδαίο και ακμαίο διοικητικό και εμπορικό κέντρο. Έως το 1997 ανήκε διοικητικά στην επαρχία Βονίτσης και Ξηρομέρου του Νομού Αιτωλοακαρνανίας, εντάχθηκε στον Δήμο Οινιαδών με το σχέδιο Καποδίστριας και από το 2011, με την εφαρμογή του σχεδίου Καλλικράτης, εντάχθηκε στον διευρυμένο Δήμο Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου.
Η Κατοχή είναι το αρχαιότερο από τα αστικά συγκροτήματα των Οινιαδών. Είναι τόπος συνεχούς κατοίκησης, που κατοικείται ήδη από την περίοδο της πρώιμης αρχαιότητας, όταν οι πόλεις ήταν ακόμη ατείχιστες. Για το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας, στον κεντρικό λόφο της κωμόπολης υπήρχε οχυρός οικισμός, σύγχρονος της πόλης των Οινιαδών, που συνιστούσε προπύργιο της πόλης και επόπτευε το ανατολικό πέρασμα προς αυτή. Εντός των ορίων της και της περιφέρειάς της έχουν επίσης ανακαλυφθεί πλήθος αρχαιοτήτων όλων των περιόδων.
Η Κατοχή έλαβε το σημερινό της όνομα κατά τον Μεσαίωνα από τους ντόπιους Ξηρομερίτες, καθώς το όνομά της στη ξηρομερίτικη διάλεκτο φανερώνει τον τόπο όπου χειμάζουν, δηλαδή συγκεντρώνονται, τα νερά του ποταμού. Εκφράζει επίσης την αντίθεση μεταξύ των ψηλότερων ακαρνανικών ορεινών και ημιορεινών χωριών και της πεδινής περιφέρειας της Κατοχής, η οποία, αν και βρίσκεται πάνω σε λόφους, εποπτεύει την πεδιάδα των Οινιαδών.
Πρόδηλο χαρακτηριστικό γνώρισμα της Κατοχής είναι ότι, τοποθετημένη όπως είναι στην ακαρνανική όχθη του Αχελώου, γέμιζε τους χειμερινούς μήνες από τα ορμητικά νερά του Ασπροποτάμου και περιβαλλόταν από τους απέραντους βαλτότοπους που κάλυπταν τις Οινιάδες πριν από τα έργα εγγείων βελτιώσεων και τις αποξηράνσεις που ολοκληρώθηκαν τη δεκαετία του 1960. Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται και από τις μαρτυρίες περιηγητών και ιστορικών, όπως του Leake και του Στράβωνα, που αναφέρουν την περιοχή ως απροσπέλαστη το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου, γεγονός που την καθιστούσε απόρθητη για τους εισβολείς.
Στο απώτερο παρελθόν, πριν ενωθεί με τη στεριά από τις προσχώσεις του Αχελώου, ο λόφος στον οποίο είναι χτισμένη η Κατοχή υπήρξε μία από τις Εχινάδες νήσους, ενώ ο λόφος Κατσάς – Πλιέτσικας, που συνιστούσε επίσης νησίδα και εκτείνεται στο δυτικό τμήμα του οικιστικού συγκροτήματος της Κατοχής, πιθανολογείται ότι ήταν η μητρόπολη του αρχαίου και μυθικού Δουλιχίου που αναφέρεται στην Ιλιάδα από τον Όμηρο, το κέντρο μίας από τις ισχυρότερες πόλεις που συμμετείχαν στην Τρωική Εκστρατεία.
Επιπροσθέτως, ο κεντρικός λόφος της Κατοχής είναι ο πλησιέστερος οικισμός προς την αρχαία πόλη των Οινιαδών (μόλις 5 χιλιόμετρα) και αποτελούσε πιθανότατα το οχυρό τμήμα της μεσαιωνικής πόλης Αχελώος. Είναι πάντως βέβαιο ότι η Κατοχή συναντάται με τη σημερινή της ονομασία σε πηγές ήδη από τις αρχές του 15ου αιώνα. Προς τα τέλη του 17ου αιώνα το όνομα της κωμόπολης γνωρίζει μεγαλύτερη δημοσιότητα, καθώς αναφέρεται ως σημαντικό εμπορικό κέντρο της περιοχής και ποτάμια πύλη εξαγωγής προϊόντων προς τη Βενετία, δεδομένου ότι ο Αχελώος ήταν τότε πλωτός.
Η Κατοχή διαθέτει απέραντες πεδινές εκτάσεις και, μαζί με τα υπόλοιπα χωριά των Οινιαδών, νέμεται τον πιο παραγωγικό κάμπο της χώρας, εξάγοντας μεγάλες ποσότητες αγροτικών προϊόντων κάθε είδους, με τα εσπεριδοειδή να κατέχουν την πρωτιά. Τα κατοχιανά προϊόντα είναι εξαιρετικής ποιότητας, ενώ το κατοχιανό κρασί είναι ευρέως γνωστό στην περιοχή και πέρα από αυτή. Η περιοχή διαθέτει επίσης μεγάλες ιχθυοκαλλιέργειες και αλιευτικές εγκαταστάσεις, ενώ κοντά στις εκβολές του Αχελώου βρίσκονται μεγάλοι ορυζώνες. Η Κατοχή, μαζί με το γειτονικό Νεοχώρι, συνιστούν μερικά από τα πιο πλούσια και παραγωγικά μέρη στα Βαλκάνια, με τα προϊόντα τους να εξάγονται κυρίως στην Κεντρική και την Ανατολική Ευρώπη.
Η ιστορική κωμόπολη της Κατοχής διαθέτει αξιόλογο αρχαιολογικό και πολιτιστικό πλούτο, με μνημεία και κτίσματα όλων των περιόδων. Τα κυριότερα αξιοθέατα της Κατοχής είναι ο αρχαιολογικός χώρος των Οινιαδών στην τοποθεσία Τρίκαρδος, όπου εντοπίζεται ένα από τα αρχαιότερα θέατρα στην Ελλάδα, το «Αρχαίο Θέατρο Οινιαδών», που κάθε χρόνο φιλοξενεί το ομώνυμο φεστιβάλ· το Νεώριο των Αρχαίων Οινιαδών, το αρχαιότερο νεώριο στον κόσμο ηλικίας 2.600 ετών, λαξευμένο σε βράχο· ο Πύργος της Θεοδώρας, ή αλλιώς Κούλια της Κυρά-Βασιλικής· καθώς και δεκάδες ναοί, όπως ο ενοριακός ναός του Αγίου Δημητρίου, ο ναός των Αγίων Θεοδώρων, η Ζωοδόχος Πηγή, η Μεταμόρφωση του Σωτήρα, τα ερείπια της ενετικής μονής του Αγίου Μάρκου και το εκκλησάκι του Άϊ-Νικόλα κ.ά. Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το μοναστήρι της Παναγίας της Λεσινιώτισσας, που βρίσκεται στην ευρύτερη περιοχή του κτήματος Βάλτου – Λεσινίου. Είναι κτίσμα του 16ου αιώνα και εκεί φυλάσσεται η περίφημη εικόνα της Παναγίας, την οποία, κατά την παράδοση, φιλοτέχνησε ο ευαγγελιστής Λουκάς. Το μοναστήρι ήταν απροσπέλαστο κατά την Τουρκοκρατία λόγω των βάλτων που το περιέβαλλαν, γι’ αυτό και δεν πατήθηκε από τους Τούρκους.
Ένα ακόμη αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό της Κατοχής είναι η οικιστική ανάπτυξη του κεντρικού λόφου, όπου αναπτύχθηκε ιστορικά το χωριό με το Καστέλλι και αργότερα η σημερινή κωμόπολη, με τα πετρόκτιστα, άλλοτε μαντρωμένα και οχυρά σπίτια, χτισμένα το ένα κοντά στο άλλο και με στενά δρομάκια, δημιουργώντας εικόνα που θυμίζει νησιώτικη χώρα. Σκοπός αυτού του είδους δόμησης ήταν η προστασία του οικισμού από επιδρομές και ο εγκλωβισμός του εχθρού. Ουσιαστικά πρόκειται για πυκνά, αλληλοεπικαλυπτόμενα δίκτυα κτιρίων που εκτείνονται βαθμιδωτά από τα χαμηλότερα επίπεδα έως το ύψος του Πύργου, τον οποίο και περιέβαλλαν. Το χαρακτηριστικό αυτό απαντάται και στο παλιό Αγρίνιο, που δυστυχώς χάθηκε, και αποτελεί καλό δείγμα της αστικής οχυρωματικής τέχνης και της αρχιτεκτονικής φιλοσοφίας των βυζαντινών και μεταβυζαντινών χρόνων, όταν επικρατούσε εκτεταμένη ανασφάλεια. Στο κεντρικό τμήμα της Κατοχής υπάρχουν επίσης πλήθος παλαιών πέτρινων κτισμάτων, όπως το σπίτι του Γουλιμή, το οποίο, αν και ερειπωμένο, διατηρεί ακόμη τους τοίχους και τις καμάρες του, με περίοπτη θέα.
Η Κατοχή διαθέτει επίσης υπέροχα φυσικά τοπία, με σημαντικότερο τον ποταμό Αχελώο. Ο ποταμός φιλοξενεί ένα μοναδικό και σπάνιο προστατευόμενο οικοσύστημα που αναπτύσσεται στα παρόχθια δάση και στην ευρύτερη περιοχή. Ο βιότοπος του Δέλτα του Αχελώου και το μεγαλύτερο μέρος του Οινιαδίτικου ρου του ποταμού αποτελούν προστατευόμενη περιοχή. Ακόμη, η κωμόπολη διαθέτει πρόσβαση στη θάλασσα του Ιονίου, όπου εντοπίζονται εκτεταμένοι υγροβιότοποι, αλιευτικοί οικισμοί και η παραλία Διόνι, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει καταστεί πόλος έλξης επισκεπτών λόγω της μοναδικής φυσικής ομορφιάς του τοπίου, αλλά και της άνθησης του αθλήματος του kite surf, που έχει προσελκύσει αθλητές από όλο τον κόσμο.
Η περιοχή των Οινιαδών
Όπως είναι γνωστό, το όνομα της περιοχής των Οινιαδών προέρχεται από τη σύνδεσή της με την άμπελο και την παραγωγή κρασιού. Ειδικότερα, ολόκληρη η περιοχή έλαβε το όνομά της από την ονομασία της κυριότερης αρχαίας πόλης που εξουσίαζε την περιοχή και ήταν μία από τις μεγαλύτερες και σημαντικότερες των αρχαίων Ακαρνάνων, γνωστή για το μοναδικό νεώριο, τις οχυρώσεις και τη στρατηγική της τοποθεσία: τις Αρχαίες Οινιάδες.
Οι Οινιάδες αποτελούνται από τις κωμοπόλεις και τα χωριά της Οινιάδος και της Παραχελωίτιδας. Κέντρο της περιοχής αποτελούν οι κωμοπόλεις της Κατοχής και του Νεοχωρίου, χτισμένες αντικριστά: η πρώτη στην ακαρνανική και η δεύτερη στην αιτωλική όχθη του Αχελώου αντίστοιχα, με τις κοινότητες Λεσίνι και Πεντάλοφο να εκτείνονται προς τα δυτικά, και τις κοινότητες Γουριά, Μάστρο και Μαγούλα στα ανατολικά των δύο κωμοπόλεων.